λαγός

λαγός
ο заяц;

§ γίνομαι λαγός — задать стрекача;

τάζω λαγούς με πετραχήλια — сулить золотые горы;

πού κυνηγά πολλούς λαγούς κανένα δεν πιάνει — посл, за двумя зайцами погонишься, ни одного не поймаешь


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "λαγός" в других словарях:

  • Λάγος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαγός — Θηλαστικό, τυπικός εκπρόσωπος της οικογένειας leporidae, της τάξης των λαγομόρφων. H επιστημονική του ονομασία είναι Lepus europaeus. Ο λ. αυτός, που συχνά αποκαλείται κοινός σε αντιδιαστολή προς τα άλλα είδη του ίδιου γένους, έχει συνήθως μήκος… …   Dictionary of Greek

  • Λαγός — Sp Lãgas Ap Λαγός/Lagos L ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • λαγός — ο 1. μικρό θηλαστικό ζώο με μεγάλα αυτιά. 2. φρ., «Έγινε λαγός», έφυγε τρέχοντας· «Τάζει λαγούς με πετραχήλια», υπόσχεται πολλά χωρίς να μπορεί να τα πραγματοποιήσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λαγός — λαγῶς hare masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λαγὸς περὶ τῶν χρεῶν. — См. Шкурный вопрос …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Λάγος ή Λάαγος — Όνομα ιστορικών προσώπων της αρχαιότητας. 1. Πατέρας του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Α’ του Σωτήρα (τέλη 4ου αι. π.Χ.). Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ήταν ηγεμόνας της Εορδαίας, ενώ άλλοι θεωρούν ότι ήταν απλώς ένας άσημος Μακεδόνας, ο… …   Dictionary of Greek

  • λαγός της θάλασσας — Κοινή ονομασία του γαστερόποδου μαλακίου Aplysia californica της τάξης των ανασπιδωτών. Ονομάζεται έτσι γιατί έχει στην κορυφή του κεφαλιού του δύο μακριές κεραίες που μοιάζουν με τα αφτιά του λαγού. Είναι ίσως το μεγαλύτερο γαστερόποδο του… …   Dictionary of Greek

  • Λάγον — Λάγος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάγου — Λάγος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάγους — Λάγος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»